Το καλό
Γράφει ο Giorgos Kyriazis -Γιατί κλαις Λάμπρο; -Κλαίω για αυτά που δε μπορούν να κλάψουν απαντούσε, για τη θάλασσα που τη δέρνουν οι άνθρωποι, για τα βουνά και τα χωράφια τα άτυχα, τα δέντρα που κάηκαν και για τους βράχους που ξεριζώθηκαν. -Και μόνο για τα άψυχα; Για τους ανθρώπους κλαίς; Ρωτούσαν, άλλοι από περιέργεια και άλλοι λίγο περιπαικτικά. Αυτός απαντούσε με οδύνη και κατανόηση. - Κλαίω και τους πεθαμένους αλλά στο σπίτι μου. Και μετά έλεγε κοφτά, για τους ζωντανούς παλεύω. Τα λιγοστά ρούχα του, παλιάς μόδας, φαίνονταν καινούργια λες και τα αγνοούσε ο χρόνος. Τα μάτια του μισόκλειστα κοίταζαν ένα φως, που γιαυτό, ο νους δεν είχε σχέδιο. Καμιά φορά έκλαιγε μόνος του. Δεν ήταν βολεψάκιας, ούτε αισθάνθηκε ποτέ άρχοντας. Τις εκκλησίες τις απέφευγε, πέρναγε τακτικά από το μουσείο και κοιτούσε από τα κάγκελα αν όλα ήταν στη θέση τους. Στα ερημοκλήσια άναβε κάνα κερί πριν τα κλειδώσουν κι αυτά. Καθόταν μονάχος του στην αυλή τους και κοίταζε μακριά ώρα πολλή. Η φλόγα του ήταν να βοηθάε...