Του Γιώργου Κυριαζή Ήταν Σεπτέμβριος όπως τώρα. Άνοιξα το παράθυρο του συνοδηγού, έκοψα ταχύτητα κοίταξα στον καθρέφτη αν έρχεται αυτοκίνητο πίσω μου και ετοιμάστηκα να βάλω καλάθι στον μπλέ κάδο με τη σακούλα της ανακύκλωσης χωρίς να σταματήσω το αυτοκίνητο. Δεν παρέλειψα να σκεφτώ ότι κάνω μια ανοησία που δεν ωφελεί σε τίποτα. Πέταξα τη σακούλα, βρήκε ελαφρά στο μισοκατεβασμένο παράθυρο του αμαξιού πήρε λάθος τροχιά και αστόχησα. Τσέκ στον καθρέφτη ξανά και σταμάτημα μετά τους κάδους. Βγήκα άνετος, συμβιβασμένος με τις αποτυχίες μου, πήρα από το δρόμο τη σακούλα και τώρα έριξα στην ανακύκλωση μόνο το περιεχόμενο, σκέφτηκα αν η ανακύκλωση έχει νόημα. Έστριψα να φύγω και με την άκρη του ματιού μου το είδα πεταμένο στο πρανές δίπλα στις πρώτες ρίζες από ένα παραμελημένο αμπελάκι μοσχάτο. Είχε χρώμα μπλε σαν της θάλασσας, δίστασα λίγο, να το πάρω; Πάρτο μου είπε μια φωνή, πάρτο. Και έτσι γύρισα σπίτι με ένα παλιό κουρσάκι με σκασμένα λάστιχα, τρύπιες σκουριασμένες ζάντες και το ωραίο γυρ...