Το βράδυ που κοιμάσαι
Γράφει ο Giorgos Kyriazis
Έστησα αυτί στην αυλή χορτασμένος ύπνο να ακούσω την πρωτομαγιά.
Ένα ανησυχητικό αεράκι ανακάτεψε το στρώμα από τα άνθη μανταρινιάς.
Τα πουλιά έσπρωχναν τη μέρα να προχωρήσει κι αυτή περίμενε να ακούσει ένα σπουργίτι.
Ο ουρανός άσπρος και η αντάρα έφτανε κοντά στο σπίτι.
Άρχισε να σιγοβρέχει πάλι.
Δεν θέλω σήμερα χαρές ούτε φασαρίες, μια μέρα σαν τις άλλες θέλω.
Η πρωτομαγιά έχασε τη δύναμή της από μια άλλη.
Θα έρθω το βράδυ που κοιμάσαι να πάρω το στεφάνι.
Μπήκα σπίτι, έφτιαξα καφέ και έβαλα δύο αβγά να βράζουν.
Δεν είναι αργία, είναι απεργία, ξενέρωτη εποχή.