Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πάρου με άλλοθι την ερμηνεία του "δύναται".
Αυτές τις γιορτινές μέρες που έφυγα από το νησί επισκέφτηκα αγαπημένους φίλους στην κεντρική παραθαλάσσια και ορεινή Ελλάδα. Σε μια ταβέρνα που με πήγαν στο βουνό ψηλά εκεί, μεταξύ γουρουνοπούλας, προβατίνας και καλού κόκκινου ξηρού κρασιού άκουσα την παρακάτω ιστορία.
Σε έναν μικρό δήμο, από το 2019 έως σήμερα, ένας εργαζόμενος και συνδικαλιστής των εργαζομένων του Δήμου έδωσε έναν αγώνα σιωπηλό, επίπονο και, πολλές φορές, μοναχικό. Η διεκδίκηση ήταν καθαρή: να εφαρμοστεί ο νόμος που προέβλεπε οικονομικά κίνητρα για όσους υπηρετούν σε δυσπρόσιτες περιοχές.
Ήταν από τους πρώτους που διέκριναν τη σημασία του θέματος όχι γιατί πίστεψε πως τα κίνητρα αυτά θα μπορούσαν να συγκρατήσουν εργαζόμενους στο Δήμο τους ή να σταματήσουν τις μαζικές μετακινήσεις προσωπικού αλλά γιατί θεώρησε ότι στο πλαίσιο των συνδικαλιστικών υποχρεώσεών του θα μπορούσαν να στηρίξουν κατά ένα μικρό μέρος το δικαίωμα όλων σε αξιοπρεπή διαβίωση. Γι’ αυτό και από την αρχή αφιερώθηκε σε έναν καθημερινό αγώνα ενημέρωσης και πίεσης προς τη δημοτική αρχή.
Όμως ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία συντονιστικού όλων των εργαζομένων του Δήμου προσπαθώντας να ενώσει όσους δικαιούνταν τα κίνητρα κάτω από μία κοινή φωνή. Η πρωτοβουλία του αυτή θεωρήθηκε από κάποιους τολμηρή και από άλλους προβληματική. Σε κρίσιμα δημοτικά συμβούλια ο ίδιος βρέθηκε να υπερασπίζεται τα αιτήματα όλων των εργαζομένων.
Παρά τα επιχειρήματά του, στην πρώτη συζήτηση που έγινε στο Δημοτικό Συμβούλιο ύστερα από αίτημα του Συντονιστικού και πρόταση της Αντιπολίτευσης οι εκπαιδευτικοί αποφάσισαν να βαδίσουν χωριστά, ζητώντας τα κίνητρα αποκλειστικά για τον δικό τους κλάδο. Το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε το αίτημα αυτό, αφήνοντας εκτός τους υπόλοιπους εργαζόμενους.
Και τότε άρχισαν τα ακόμα πιο δύσκολα. Η υπόθεση απέκτησε μια διάσταση που λίγοι θα περίμεναν: Παρά τη διάσπαση, ο συγκεκριμένος συνδικαλιστής συνέχισε να στηρίζει την προσπάθεια, αυτή τη φορά μόνο για τους εκπαιδευτικούς, την ώρα μάλιστα που το επίσημο συνδικαλιστικό όργανο των εκπαιδευτικών είχε εγκαταλείψει κάθε διεκδίκηση γιατί οι αναπληρωτές που υπηρετούσαν τότε στο νησί έφτιαξαν δική τους συνδικαλιστική ομάδα αδειάζοντας το επίσημο όργανο.
Η στάση του αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις: η δημοτική αρχή δυσαρεστήθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ και οι ίδιοι οι συνάδελφοί του άρχισαν να τον αντιμετωπίζουν με υποψία και απόσταση. Δεν πτοήθηκε. Προχώρησε μέχρι την Αρχή Διαφάνειας, ζητώντας διερεύνηση για την εφαρμογή του νόμου και τήρηση της ισονομίας.
Το φθινόπωρο του 2020, μετά από συνεχείς και επίμονες παρεμβάσεις του, το δημοτικό συμβούλιο επανάφερε το ζήτημα. Αυτή τη φορά η απόφαση που λήφθηκε ήταν πιο ισχυρή και σαφής, ενώ του ανατέθηκε υπηρεσιακά η διαδικασία προώθησης των κινήτρων. Εκείνος ολοκλήρωσε την απαιτητική γραφειοκρατική εργασία μέσα σε μόλις τρεις ημέρες.
Και πού έφτασε η υπόθεση; Στην απόλυτη ελληνική γραφειοκρατική τρέλα: το θέμα μπλόκαρε στη γραμματειακή ερμηνεία του νόμου. Παρόλα αυτά ούτε τότε έκανε πίσω. Για χρόνια συνέχισε να καταθέτει εισηγήσεις, να ενημερώνει τη δημοτική αρχή για αλλαγές στη νομοθεσία και να υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα αυτό παραμένει ενεργό. Όλα αυτά χωρίς την ουσιαστική υποστήριξη από το σωματείο του αφού η πλειοψηφία αυτού ήταν αντίθετη με τη διεκδίκηση από τη στιγμή που δεν τους αφορούσε άμεσα.
Το 2023 ανέλαβε υπηρεσιακά τη θέση διευθυντή της αρμόδιας υπηρεσίας. Δύο χρόνια αργότερα, το 2025, μετά από συνεχόμενες υπηρεσιακές, αυτή τη φορά, εισηγήσεις η νέα δημοτική αρχή αποφάσισε να εγκρίνει τα κίνητρα – όμως μόνο για τους εργαζομένους του δήμου.
Μόνο που υπήρχε ένα μικρό, “τυχαίο” πρόβλημα: η εισήγησή του άλλαξε. Ο Γενικός ύστερα από εντολή του Δημάρχου εισήγαγε «οικονομικά κριτήρια» που δεν προβλέπονται στον νόμο με αποτέλεσμα πολλοί από τους δικαιούχους εργαζόμενους να μείνουν εκτός κινήτρων. Το ωραίο ήταν ότι συμμετείχε και στην ομάδα εργασίας για τα κίνητρα με την υπηρεσιακή ιδιότητά του αφού αυτός είχε κάνει όλη τη δουλειά και ως συνδικαλιστής και ως προϊστάμενος και είχε τη σχετική εμπειρία. Και το πιο ωραίο ακόμα ήταν όταν ο Γενικός έστειλε την αλλαγμένη εισήγηση στα άτομα της ομάδας για έγκριση. Αυτός διάβασε την αλλαγμένη εισήγηση, διαπίστωσέ ότι μένει απέξω και δεν είπε απολύτως τίποτα. Τη δέχτηκε σιωπηρά.
Το άτομο που έτρεξε τον αγώνα για όλους, το άτομο που υπέγραψε έγγραφα, έκανε διοικητική δουλειά, παρέθεσε νόμους, έτρωγε χλευασμό και κόντρες βρέθηκε να μένει εκτός. Και το χειρότερο είναι ότι δεν έμεινε μόνο αυτός εκτός αλλά και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι που δικαιούνταν τα κίνητρα σύμφωνα με τον αρχικό νόμο ο οποίος τροποποιήθηκε σχετικά μετά την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του οποίου η πλειοψηφία παρεμπιπτόντως είναι φιλοκυβερνητική.
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Σε ένα κράτος που σκορπά δημόσιο χρήμα απλόχερα σε προγράμματα, οργανισμούς και επιδοτήσεις εκατομμυρίων, στους γκάγκστερς με τα κουμπούρια στη μασχάλη κάποιοι εργαζόμενοι βλέπουν να τους κόβονται χίλια ευρώ τον χρόνο από δικαίωμα που ανέδειξε, τεκμηρίωσε και κέρδισε ένας συνάδελφός τους.
Όμως η ιστορία αυτή, πέρα από οργή, παράγει και ένα συμπέρασμα: Στην Ελλάδα υπάρχει μια σπάνια κατηγορία ανθρώπων που δεν βολεύονται, δεν σιωπούν, δεν συναλλάσσονται. Και αυτοί οι άνθρωποι είναι που κρατούν ακόμα ζωντανή την έννοια της δημοκρατίας. Ο συγκεκριμένος συνδικαλιστής κέρδισε για δεκάδες εργαζόμενους αυτό που δεν διεκδίκησαν για τον εαυτό τους. Ο ίδιος το συνόψισε σε μια φράση πικρή αλλά τίμια: "Χαλάλι. Ο αγώνας μου τελικά δικαιώθηκε αλλά όπως και να το κάνω δεν γίνεται, σε μια χώρα που η ρεμούλα είναι διάχυτη σε όλον τον κοινωνικό ιστό, να δημιουργούνται εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων και οι περισσότεροι απ' αυτούς να τιμωρούνται με ερμηνείες του νόμου από τους δικούς μας ανθρώπους".
Βασιλική Γκολιομύτη
