Το φανάρι στου Γκίκα
Τι ωραίο που είναι το νησάκι μου με την καθημερινή του κίνηση, τα πολλά ΙΧ σε ασύμμετρη ουρά, την ήσυχη βροχούλα να τρέχει σαν δάκρυα στα απροετοίμαστα ηλιοκαμένα πρόσωπα. Λίγο νεράκι σκούρο κυλάει στο δρόμο, μαζί κουρνιαχτός, προσγειωμένα καυσαέρια και νεκρά κύτταρα τουριστών, προς τις ακρογιαλιές με τις μάντρες, που απαγορεύουν το περπάτημα στο παλιό μονοπάτι και φτάνουν ως την έρμη θάλασσα. Με πιάνει από τη μύτη η μυρωδιά βοτάνων που είναι περισσότερο ανάμνηση και μου παραστέκεται στην αναμονή. Θα φτιάξει ξανά ο καιρός και τα μπάνια θα συνεχιστούν για πάντα, το πράσινο θα νικήσει ξανά το κίτρινο, οι ελιές θα χοντρύνουν, η γη θα ξεδιψάσει λίγο. Οι τουρίστες, το προσωπικό και οι αφεντάδες θα μεταναστεύσουν, οι πισίνες θα αδειάσουν. Μου είχε λείψει η συννεφιά, το φως τη διαπερνά και χρωματίζει με σαφήνεια το τοπίο. Παραλίγο να χτυπήσω δυό κυρίες τουρίστριες που πετάχτηκαν πίσω από ένα σταματημένο φορτηγό, χαμογελάσαμε αιφνιδιασμένοι στα φρένα και τις λυπήθηκα καθώς απομακρύνονταν....