«Οι αφανείς ήρωες»

 

Στη φωτογραφία ο μπάρμπα Ηλίας ο φαροφύλακας (ο φαναριέρης) έτοιμος πάνω στο γάιδαρο με το φανάρι της Νάουσας, το «Φαροκόρακα». Διακρίνονται από αριστερά οι Τζανέτος, Μοσχούτης, Δρόσος, Καρατζάς, Κρητικός, Λαζαρίνος και Πριμικύριος, στη πλατεία Βεντουρή.

Η ιστορία μας συγκρατεί, γράφει και αναφέρει όσους έχουν κάνει κάποιο μεγάλο έργο, όσους είχαν κάποια μεγάλη θέση, για να τους θυμόμαστε. Ονόματα μεγάλα, σπουδαία, φημισμένα, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ήρωες της επανάστασης, κλπ.
 
Όμως δίπλα σε αυτούς υπήρχαν πάντα οι απλοί, οι φτωχοί, οι δυστυχείς, οι ανώνυμοι και αφανείς, που τους έφαγε το μαύρο το σκοτάδι γιατί χάθηκαν από τις μνήμες και τα βιβλία. Γι’ αυτούς θα γράψουμε δύο λόγια, να τους επαναφέρουμε στο φως.
 
Πώς ζούσε αυτός ο κόσμος; Τί έτρωγε; Θα αναφέρουμε για ανθρώπους λαϊκούς, φτωχούς, τίμιους, απλοϊκούς, μεροκαματιάρηδες, βιοπαλαιστές και αγωνιστές στη ζωή, σ’ εκείνα τα δύσκολα πέτρινα χρόνια. Αυτοί ήταν οι γονείς μας. Δούλεψαν σκληρά για μία καλύτερη ζωή, να φτιάξουν οικογένεια, να προκόψουν, να ζήσουν όμορφα, ήσυχα κι απλά. Ευχαριστημένοι με τα λίγα που μπορούσαν να εισπράξουν. Δούλευαν σκληρά για ψίχουλα, να ικανοποιήσουν τα αφεντικά τους, τους πλούσιους ολιγάρχες, για να θρέψουν, να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν τα παιδιά τους.
 
Μιλάμε για μεγάλες οικογένειες με πολλά παιδιά, με πολλές στερήσεις (όπως φως, νερό, τρόφιμα, στέγη, κλπ). Πραγματικά αφανείς ήρωες μέσα στη κοινωνία, κατόρθωναν να τα βγάζουν πέρα και να επιβιώνουν. Ψαράδες, γεωργοί, εργάτες, οικοδόμοι, ναυτικοί, τεχνίτες αυτοδίδακτοι, στον αγώνα τον καθημερινό.
 
Οι ψαράδες στα ψαροκάικα με φουρτούνες, ξενύχτια, υγρασία, για το μεροκάματο. Έγιναν και ναυτικοί, μπάρκαραν σε άγνωστα λιμάνια μέσα στα γκαζάδικα και φορτηγά, για να γυρίσουν στον τόπο τους και να φτιάξουν τη ζωή τους καλύτερα. «Καπεταναίοι και τόσοι άλλοι, λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί, καθένας έχει και τον καημό του, έτσι είμαστε εμείς οι ναυτικοί» (Μπέλλου).
 
Οι γεωργοί στα χωράφια τους με τη τσάπα στο χέρι, ούτε σκαπτικά, ούτε τρακτέρ. Ο ένας γεωργός για τον άλλον. Κακόμοιρα γαϊδουράκια τι τραβούσατε, φορτωμένα κοφίνια, μαντηλαριές, μονεμβασιές, κριθάρια, ελιές, γνήσια αγνά προϊόντα. Αγώνας κι αυτοί, σκληρή δουλειά.
 
Οι τεχνίτες αυτοδίδακτοι, τσαγκάρηδες, μαραγκοί, ηλεκτρολόγοι, κλπ. Καθημερινά στη δουλειά τους, για να τα βγάλουν πέρα, δύσκολη ζωή, αγώνας.
 
Αυτοί ήταν οι γονείς μας! Αγαθοί, τίμιοι, λαϊκοί και απλοί άνθρωποι. Άνθρωποι με μπέσα, οι αφανείς ήρωες. Αυτοί αγάπησαν την οικογένεια, τη φύση, τη θάλασσα, το βουνό, τα χωράφια, τα καΐκια, τα μαγαζιά τους, την τέχνη και ζούσαν αρμονικά, μονιασμένα και αγαπημένα. Αυτοί μας χάρισαν όλη την περιουσία τους για να ζούμε εμείς, χάρη σ’ αυτούς πιο άνετα. Αυτή ήταν η μοίρα των ανθρώπων αυτών, βασανισμένοι, κουρασμένοι, αλλά όρθιοι.
 
Αλήθεια, ποιός ξέχασε την αγάπη της μάνας του και του πατέρα του; Πρέπει λοιπόν να τους θυμόμαστε, μην είμαστε αχάριστοι.
 
Ένας σοφός έλεγε: «Να θυμάσαι τον ευεργέτη σου...». Χάριν λαβών μέμνησο!
 
Φίλιππος Τσαντάνης

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σχολεία «υπό επιτήρηση» ή ελεύθερα κύτταρα παιδείας;