Μια μικρή Interval ιστορία
Γράφει ο Giorgos Kyriazis
Δεσμεύομαι στον εαυτό μου, ξεκινώντας μια δραστηριότητα, ότι θα το πάω χαλαρά και ξεκούραστα. Σχεδόν πάντα διαψεύδομαι από ένα ανόητο νεανικό πάθος. Και η συμμετοχή, η βόλτα, η άσκηση μετατρέπονται σε υπερπροσπάθεια χωρίς αντίπαλο. Θέλω να σταματήσω το χρόνο; να αυτοτιμωρηθώ, να σταματήσω να σκέφτομαι;
Είναι ένα χαρακτηριστικό που με θυμώνει.
Σήμερα μια χαλαρή προπόνηση 30 χιλιομέτρων με το παλιό σιδερένιο κουρσάκι εξελίχθηκε σε σκληρή προπόνηση interval.
Ξεκίνησα με τη ρουτίνα μου- θα το πάω αργά να απολαύσω μια άνοιξη που μπορεί να με περιμένει.
Ποδηλατώ εγκεφαλικά, έτσι καλά πας.
Μπαίνω μέσα στις ελιές σε ασφαλτόδρομο με ελάχιστη κυκλοφορία.
Κοιτάζω τα πόδια μου. Το τιμόνι έχει σκουριά.
Στη διαδρομή βογκάει το αλυσοπρίονο να ρημάξει τον «ελαιώνα , τον πλάγιο ήλιο και τη θάλασσα στο βάθος». Μια καρακάξα πετάει και χώνεται στις ελιές. Σκέφτομαι ενστικτωδώς την «Πρέβεζα».
Συναντώ έναν άνδρα και μια γυναίκα που περπατάνε αντίθετα, ανταλλάσσουν μια ματιά.
Πιάνω μια κίνηση.
Μπροστά δεξιά ανάμεσα στους κορμούς ξεκολλάει ένας μεγάλος όγκος. Τρέχει να με ανακόψει αθόρυβα.
Σκύλος! Συναγερμός.
Τα πόδια μου είναι κλειδωμένα στα πετάλια.
Αρχίζει να γαβγίζει.
Ή αυτός ή εγώ.
Κάνω πετάλι με όλη μου τη δύναμη και επιταχύνω.
Περνάω ή όχι;
Ευτυχώς είναι ευθεία. Βγαίνει πίσω μου και με κυνηγάει λυσσασμένα καμιά εκατοστή μέτρα μέχρι να βγω από την περιοχή του.
Το γαύγισμα ξεμακραίνει και σταματάει. Οι σφιγμοί μου πρέπει να τερμάτισαν. Μόλις κόβω το καταλαβαίνω. Ο Καριωτάκης με την Πρέβεζα έκαναν φτερά.
Από το στρες κάνω πετάλι λαχανιασμένος.
Περνάω το πρώτο χωριό και ο δρόμος κατηφορίζει προς τη Σφαίρα. Ξεφεύγω από τον ελαιώνα. Διακρίνονται οι γραμμές από τα ρεύματα στη θάλασσα. Στρίβω αριστερά και μετά από κάνα δεκάλεπτο διασχίζω το δεύτερο χωριό. Στρίβω δεξιά και ο ήλιος έρχεται καταπάνω μου.
Μέχρι να φτάσω στο τρίτο χωριό όλα τα σκυλιά της περιοχής είναι ύποπτα ακόμα και αυτά που δεν υπάρχουν. Άλλες δυό φορές με κυνήγησαν, η μία παρόμοια με την προηγούμενη και στην άλλη ξέφυγα εγκαίρως.
Έφτασα σπίτι και κάνοντας διατάσεις άκουσα τη φωνή μου: πάλι δεν κράτησα το λόγο μου.