Ήρθε κλαμένη και σωριάστηκε στον καναπέ που ήταν ακουμπισμένος απέναντί του, ξύλινος και επιβλητικός, με ψηλή πλάτη, γεμάτος σκαλίσματα από έναν άγνωστο καλλιτέχνη του ξύλου. Στο σαλόνι που τους φιλοξενούσε δέσποζε το ξύλο. Καναπές πολυθρόνα, σοφράς, βιβλιοθήκη, λοιπά τραπεζάκια, έπιπλο για την τηλεόραση, σταχτοδοχεία, βάζα, ακόμα και τα ακουμπιστήρια των ποτηριών. Όλα ξύλινα. Μόνο τα ποτήρια απ’ τα φώτα ήταν από φυσητό γυαλί, τα οποία κι αυτά ξεκουράζονταν πάνω σε ένα ξύλινο σκελετό, καθώς και τα πορτατίφ που ήταν γυάλινα με ώχραινα μεγάλα και πιο μικρά καπέλα ανάλογα με το μέγεθος των τραπεζιών που κάθονταν. Το ξύλινο πάτωμα ήταν στρωμένο με χοντρά φλοκάτα φτιαγμένα με κόπο και ιδρώτα από νιες καταπιεσμένες κοπέλες μιας άλλης εποχής και βαμμένα σε χρώμα καρυδί. Η μέρα ήταν Πέμπτη 9 Νοεμβρίου του 1989, η ώρα απόγευμα σχεδόν βραδάκι, είχαν ανάψει τα χαμηλά φώτα των πορτατίφ, και του μικρού και του μεγάλου, δίνοντας χρώμα στα καπέλα τους. Τη διάθεσή του συνόδευε η μουντάδα του σκηνι...