Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ ΚΙ Ο … ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ

 

Ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Καμπούρης,
λιάζεται, ξεκουράζεται και χαμογελά

«Εις τον αφρό της θάλασσας η αγάπη μουκοιμάται, 

παρακαλώ σας κύματα μη μου την ε ξυπνάτε». 

«θάλασσα κι αλμυρό νερό,

να σε ξεχάσω δεν μπορώ».

Και πώς να την ξεχάσεις;
Πηγή πλούτου με τ΄ αγαθά της … την δροσερή αύρα.
Όλα μαζί, νερό, ήλιος, αέρας, ιώδιο … «υγεία»!
Κριός, Λιβάδια, Σουβλιά, Μπουνταράκι και … και … και.
Χρώματα μαγευτικά στα ηλιοβασιλέματα ανάμεσα στις δύο πόρτες, στον άγιο Σπυρίδωνα!
«Δειλινά αξέχαστα» και τι δεν μου θυμίζουν…
Θάλασσα … μάνα της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα, κληρονομιά του Ποσειδώνα με την τρίαινα.
Πότε γαλήνια, πότε φουρτουνιασμένη σαν τη ζωή του ανθρώπου με τις χαρές και τις λύπες.
Είναι η δεύτερη μάνα μας, που μας έσωσε την περίοδο της κατοχής, μας τάισε και γλυτώσαμε από την πείνα, τότε που στις μεγάλες πόλεις οι συμπατριώτες μας πέθαιναν μέσα στους δρόμους.
Είμαστε λοιπόν προνομιούχοι και τυχεροί που ζούμε στο νησί, στην θάλασσα, στην ομορφιά και την … γαλήνη!
Προσοχή να είναι πάντα καθαρή, χωρίς σκουπίδια, πλαστικά, πετρέλαιο, γιατί με την μόλυνση τα ψάρια χάνονται κι η αλιεία σιγά-σιγά πεθαίνει.
«Θα πάρω μια ψαρόβαρκα να πάω να βγω στην Πάρο,
να πάω να βρω τον Μάουκα μαζί του να καλάρω».
Οι πρώτοι ψαράδες ήλθαν από το Αϊβαλή της Μικράς Ασίας.
Ο καπετάν Μανώλης Τσαντάνης (ΚΑΒΟΥΡΑΣ) με τα παιδιά του Γιάννη, Γιώργη και Φίλιππο.
Γέμισε η Παροικιά Τσαντάνηδες που για να ξεχωρίζουν «πήραν» παρατσούκλια (Καούνης, Κουδούνας, Μάουκας, Χαλκίτης, Φουντούκος).
Έζησαν χρόνια δύσκολα, με ξενύχτια και φουρτούνες, βρεγμένοι και ταλαιπωρημένοι παλεύοντας για το μεροκάματο.
Στάθηκαν όμως … όρθιοι!
«Του ψαρά το πιάτο, εννιά φορές ειν΄ αδειανό και μια φορά γεμάτο».
Εργάτες της θάλασσας τίμιοι κι αγαθοί, μια παρέα όλοι πίνανε το καφεδάκι και το ουζάκι τους με τους θαλασσινούς μεζέδες στα καφενεία του Βεντουρή, του Παπλάτσα, του Λατσού.
Μαρίδες, σαβρίδια, αχινοί, κοχύλια, πατελίδες και φυσικά χταποδάκι.
Συζήτηση για τον καιρό, το ψάρεμα, τα καΐκια, τις …δυσκολίες της ζωής.
Μερικοί ήταν και μερακλήδες …
«Γιατί δεν με θες κυρά μου, επειδή είμαι ψαράς και ξυπόλητος γυρίζω,
Είμαι λίγο αλανιάρης, σαν ψαράς και σαν βαρκάρης
και θαρρείς ότι με μένα δεν θα την περνάς καλά».
Χάζευα και θαύμαζα στο λιμάνι της Παροικιάς τα ξύλινα παραδοσιακά καΐκια( γρι-γρι, τράτες, διχτιάρικα) και τις μικρές ψαρόβαρκες που έδιναν ένα ξεχωριστό χρώμα στο λιμάνι.
Άγγελος-Δέσποινα-Θρίαμβος-Ζέφυρος ήταν τα γρι-γριά των Μαούκηδων.
Αυτά έφερναν ψάρια (κολιούς, σαβρίδια, γόπες) για όλη την πόλη, την φτωχολογιά και «δούλευαν» μυστικά για την αντίσταση μεταφέροντας Εγγλέζους στη βάση της Αντιπάρου.
Όμως προδόθηκαν και φυλακίστηκαν και εκτελέστηκε ο Φραγκίσκος Τσαντάνης 21 ετών το 1941, μόλις που είχε γεννηθεί ο γιός του Γιάννης(Στροφιλιάς).
Έσωσαν κόσμο τα καΐκια με πληρώματα ψαράδες αλλά και … γεωργούς που εκείνη την εποχή αγωνίζονταν να επιβιώσουν.
Θυμάμαι πιτσιρικάς και ξυπόλητος να γεμίζω το καλαθάκι μου ψάρια απ΄ αυτά που έπεφταν στην θάλασσα όταν λεντίζανε τα δίχτυα.
Αυτούς τους ανθρώπους τους έζησα και τους θαύμαζα.
Τώρα … «κρατώ» τις αναμνήσεις.
Τους «βλέπω ακόμη» στο χώρο που έζησαν, στο σπίτι, στην γειτονιά, μέσα στις ψαρόβαρκες και μέσα στην … κοινωνία.
Στριφωμένοι και ξυπόλητοι, όλοι νέοι και γέροι στον αγώνα από το πρωί μέχρι το σούρουπο για να μας φέρουν τη νόστιμη μαρίδα, το καλαμαράκι, το μπαρμπουνάκι, τις σουπιές.
Αυτοί είναι … μεζέδες!
Θυμάμαι τις τράτες (κολοβρέχτες) με τα κουπιά, τα χέρια.
Ανάμεσα τους η πιο γρήγορη τράτα με τα χέρια … του Κονταράτου.
«Όποιος βιάζεται πάει με τον Κονταράτο» λέγανε τότε.
Στα διχτυάρικα καλλίτερος ο γερό Φίλιππας (Καούνης).
Σ΄ αυτά μαγείρευαν φτιάχνοντας στην ακρογιαλιά μια πρόχειρη κουζίνα με πέτρες και ξύλα, τη «φημισμένη» κακαβιά, νόστιμη σούπα με τα πιο ωραία ψάρια.
Στα παραγάδια καλλίτερος ο μπάρμπα Κωνσταντής (Πούλαρος).
Μην ξεχάσουμε και τα μικρά βαρκάκια, τους γυαλάδες, που έψαχναν τον βυθό για χταπόδια ή με καθετή για χάνους και πέρκες.
Ένας απ΄ αυτούς ήταν κι ο μπάρμπα Βαγγέλης ο «ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ».
Την θάλασσα την «έφαγε με το κουτάλι».
Μια ζωή μέσα στη θάλασσα, φτωχός αλλά τίμιος, δούλεψε στα διχτυάρικα για το μεροκάματο.
Έπειτα πήρε ένα βαρκάκι και δούλεψε σκληρά μέχρι τα γεράματα για να ταΐσει και να μεγαλώσει τα … δώδεκα παιδιά του!!!
Αυτός και η γυναίκα του η κυρά Μαρία (Μελιγκορδού) που καθάριζε σπίτια και γραφεία τα … κατάφεραν.
Μένανε σ΄ ένα δωμάτιο όλο κι όλο.
Πολέμησαν με την καρδιά και την ψυχή τους την φτώχεια και τη δυστυχία και τις δυσκολίες που τους έφερε η ζωή.
Έχασαν τον γιό τους τον Αντώνη που πνίγηκε στην τράτα.
Και μετά ο μπάρμπα Βαγγέλης μέσα στο βαρκάκι του «έσβησε» από … καρδιά.
Αυτοί ήταν οι ψαράδες, εργάτες της θάλασσας, απλοί, καλοσυνάτοι, αγαθοί !!!
Αυτούς άλλωστε διάλεξε ο Χριστός για μαθητές του!
Άλλη φορά θα γράψουμε και για αυτούς που παραλείψαμε …
Είναι τόσοι πολλοί οι … «καλοί» ψαράδες!!!

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΝΤΑΝΗΣ

Πηγή: Αθανάσιος Μαρινόπουλος

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ: ΗΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Φιλία

Αποφάσεις για απαλλοτριώσεις από το Δημοτικό Συμβούλιο Πάρου

Να αποσυρθεί άμεσα το απαράδεκτο θέμα