Η μεταμόρφωση
Γράφει ο Giorgos Kyriazis Γεννήθηκε στο χωριό, μεγάλωσε με τσοπανόσκυλα και κατσικίσιο γάλα. Στο δάσος μάζευε μανιτάρια και έτρωγε αγριοστάφυλα. Ο κακός λύκος ήταν πραγματικός λύκος, παραμόνευε τις νύχτες να αρπάξει κανένα κατσίκι από τη μάνα του και μετά να πιει το αίμα κι αυτής. Ρούχα και παπούτσια μύριζαν θυμάρι. Ξάπλωνε στον ίσκιο, απονήρευτη, και ένιωθε τις πευκοβελόνες να τρυπάνε το δέρμα της. Μακριά έβλεπε τη θάλασσα, τη φανταζόταν να φτάνει στο βουνό για χάρη της. Ήθελε να την εισπνεύσει και σαν αντάρα να απλωθεί στο πέλαγος. Κρίνο δε μύρισε μέχρι να παντρευτεί. Ο αέρας τριβόταν πάνω της. Από τα πουρνάρια έβγαιναν ήχοι απόκοσμοι και από τα πεύκα συμφωνίες. Οι νότες άναρχες κουτρουβαλούσαν με τα κουδούνια στο λαιμό, στις κατηφόρες. Τα μεσημέρια σάλευαν κάτω από τις βελανιδιές. Αυτά που τους χώριζαν ήταν περισσότερα από αυτά που τους ένωναν. Τα δεσμά γιου και μάνας είναι γόρδια, δεν κόβονται με μαχαίρι. Τα νιάτα της κουβάρι από λευκή κλωστή. Κέντησε τον εαυτό της και το γιο της μ...