ΠΩΣ ΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΕ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΝΕ
Ο ΦΙΛΙΠΠΑΣ ΤΣΑΝΤΑΝΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΙΚΙΑ … ΠΩΣ ΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΕ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΝΕ
«Μ΄άσπρα πουλιά και σύννεφα, τον ουρανό θα ντύσω και τ΄ όνομα σου αθάνατο, στην πέτρα θα κεντήσω».
Είσαι η πόλη που γεννήθηκα, μεγάλωσα κι έζησα!
Το λέω και καυχιέμαι, γιατί «φουσκώνω» από περηφάνια κι ευχαρίστηση όταν λέω ότι είμαι Παριανός!!!
Έτσι , έχω νομίζω το δικαίωμα να γράψω δύο λόγια για την ομορφιά σου, αλλά και την … κατάντια σου.
Ήσουνα η νύφη του Αιγαίου, με τα άσπρα ασβεστωμένα σπιτάκια σου, τα όμορφα εκκλησάκια, την αρχαία περίφημη Εκατονταπυλιανή, τις κατοικιές μες΄τα χωράφια, τα καταπράσινα αμπέλια το καλοκαίρι, τις καθαρές αμμουδιές και παραλίες, τους ανεμόμυλους, τα δασάκια με τα πεύκα, τα θαλασσόδεντρα, τα ξύλινα παραδοσιακά καΐκια στο λιμάνι, ψαράδικα, εμπορικά και σφουγγαράδικα, δρόμοι κι αυλές ασβεστωμένες, μικρές πλατείες «ελεύθερες» , «πλούσιο» μουσείο και πολλές άλλες ομορφιές που κάθε επισκέπτης θαύμαζε.
Σ΄έβγαλαν καρτ-ποστάλ και σε διαφήμιζαν σε όλο τον κόσμο!
Ξακουστή από την αρχαιότητα με τον μεγάλο ποιητή Αρχίλοχο, τους γλύπτες Σκόπα κι Αγοράκριτο που έφτιαξαν αριστουργήματα με το Παριανό μάρμαρο (λυχνίτη) που κοσμούν σήμερα τα σπουδαιότερα μουσεία του κόσμου.
Στάθηκες γενναία αντιμετωπίζοντας τον Μιλτιάδη, αμύνθηκες στις επιδρομές των πειρατών και άλλων (Σαρακηνοί, Ενετοί, Φράγκοι, Τούρκοι) φτιάχνοντας τείχος γύρω από την πόλη και στη μέση το θαυμαστό μαρμάρινο κάστρο σου.
Όταν ησύχαζαν τα πράγματα κι έφευγαν οι εχθροί, εμφανιζόταν πάλι η ομορφιά σου.
Σήμερα ήλθαν οι «μεγάλοι» να σ΄εκμεταλλευτούν και να «χαλάσουν» αυτή σου την ομορφιά.
Χτίζουν , πετρώνουν , τσιμεντώνουν τα πάντα.
Μεγαλοκαρχαρίες με την ανοχή και την συγκάλυψη της κυβέρνησης, αλλοιώνουν την μορφή σου.
Η κατάσταση έφτασε στο … απροχώρητο.
Έχασε ο Παροικιώτης την ψυχαγωγία του.
Ατσουμπαλιά στους δρόμους, αυτοκίνητα, μηχανάκια εκεί που δεν πρέπει.
Τραπεζοκαθίσματα σε πλατείες, εκεί που παίζαμε πιτσιρικάδες, παλιά υπήρχαν και δέντρα … τα ξερίζωσαν.
Αντί να βάλουν παγκάκια για τους γέρους κι ελεύθερο χώρο για τα παιδιά να παίζουν, εκμεταλλεύονται δρόμους και πλατείες για το «συμφέρον».
Πάει κι ο καραγκιόζης στις πλατείες, πάει και το παιχνίδι των παιδιών, πάει και το καθισιό με το κομπολόι στο χέρι των γέρων να θυμούνται τα παλιά και να εύχονται «νάταν νέοι ξανά».
Παραλίες κι αμμουδιές μπαζώθηκαν με πέτρες και τσιμέντο.
Στα χωράφια κι αμπέλια «ξεφύτρωσαν» τεράστια κτήρια.
Ανεμόμυλοι κατεδαφίστηκαν…
Το αγροκήπιο με τα λουλούδια, τα δέντρα και τα ζώα … εγκαταλείφθηκε.
Στο δασύλλιο κόπηκαν πεύκα για να γίνει παρκινγκ για τα αυτοκίνητά τους.
Όχι δεν είναι παρκινγκ… είναι ο «πνεύμονας» της Παροικιάς!!!
Η Ε.Ε. μας «απέσυρε», μας διέλυσε τα παραδοσιακά όμορφα ξύλινα καΐκια που έδιναν ξεχωριστό χρώμα στο λιμάνι της Παροικιάς.
Πληρώθηκαν οι ψαράδες, πούλησαν οι αγρότες τα χωράφια τους …
Ο τουρισμός αφήνει χρήμα.
Χρήμα – χρήμα – χρήμα, που είναι το χρήμα ;
Μήπως είδατε στην Παροικιά ένα έργο κοινωφελές …
«Μπαμπέσα κοινωνία», συμφέρον κι εκμετάλλευση, κανείς να κάνει κάτι, μόνο για την … κονόμα.
Πρόβλημα μεγάλο τα χιλιάδες αυτοκίνητα, ποιος θα βάλει τάξη και κανόνες ;
Άγιος Φωκάς, Ακρωτήρι, Λιβάδια, Κακάπετρα, Ασπριές, κι άλλα μέρη, αλλάξανε μορφή.
Χαμός, πολυκοσμία, ψάχνεις να βρεις ένα γνωστό, ένα φίλο.
Μας «έφαγε» το θηρίο … ο τουρισμός.
Φίλε Παροικιώτη, κάνε κάτι, πες κάτι να διαμαρτυρηθείς, ρημάχτηκε η Παροικιά.
Μην ξεχνάς, τα πεζοδρόμια, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα δάση, η θάλασσα, οι αμμουδιές, οι παραλίες, τα βουνά είναι για όλους κι όχι για μερικούς που τα εκμεταλλεύονται για να κονομήσουν.
Το χρήμα δεν φέρνει υγεία κι ευτυχία.
Θα τα βρεις στην φύση, στην ομορφιά, στην άσκηση, στην «καλή» ζωή.
Ξεχάσαμε την φιλοξενία, τους αγαθούς ανθρώπους της Παροικιάς.
Σήμερα άλλοι κουμαντάρουν την πόλη, είναι λίγοι και δεν την αγαπούν.
Οι πολλοί αδιαφορούμε κι τους έχουμε αφήσει να «αλωνίζουν».
Παροικιά, θα σε θυμάμαι πάντα πανέμορφη νύφη, πριγκίπισσα του Αιγαίου!!!
«Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει, και κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει …».
ΦΙΛΙΠΠΑΣ ΤΣΑΝΤΑΝΗΣ
ΥΓ Οι καλές ψυχές που έφυγαν, ξανάρχονται σαν … περιστέρια και μας βλέπουν από ψηλά.
Βλέπουν τα … χάλια μας.
Πετούν πάνω από την κατοικιά του «Ντελεούτσου», στο παράθυρο που έπεσε ο κεραυνός και σκότωσε το καλό παιδί , τον Αντώνη.